Jameson Fitzpatrick


κι ήταν πολιτική πράξη.
Έφτιαξα καφέ και ο καφές ήταν πολιτική πράξη.
Έκανα ντουζ και το νερό ήταν.
Περπάτησα στο δρόμο με κοντό σορτς και ένα Bob Mizer τανκ τοπ
και ήταν πολιτική πράξη, το περπάτημα με το σορτς και η φωτό του σφίχτη
με το στινγκ στην αφίσα. Ξέχασα τα γυαλιά ηλίου μου
κι αργότερα, στο τρένο, ήταν πολιτική πράξη,
όταν μελέτησα κάθε ωραίο άντρα στην αμαξοστοιχία.
Ήταν πολιτική πράξη το ποιους έβρισκα ωραίους.
Πήγα στη δουλειά στο πανεπιστήμιο και όλα ήταν
ξεκάθαρα τόσο πολύ πολιτικά, το τμήμα και το ίδρυμα.
Όλα τα τσιγάρα που κάπνισα ήταν πολιτική πράξη,
εκεί που τα πέταξα όταν τελείωσα.
Ήμουν ξανθός και ήταν πολιτική πράξη.
Όπως και η διαφορά ανάμεσα στο «ξανθός» και «ξανθιά».
Είχα μακριά μαλλιά και ήταν πολιτική πράξη. Τα ξύρισα και ήταν.
Το ότι δεν ήξερα πώς να πενθήσω όταν δολοφονούσαν κάποιον ακόμα στην Αμερική
ήταν πολιτική πράξη, και ήταν πολιτική πράξη όταν η Αμερική σκότωνε κάποιον ακόμα,
ποιοι ήταν ποιο το χρώμα και το φύλο τους και ποιος ήμουν εγώ σε σχέση με αυτούς.
Αδυνατούσα να το σκεφτώ για πολύ χωρίς να αισθανθώ απελπισία όπως
στην παιδική ηλικία. Ήμουν παιδί και ήταν πολιτική πράξη, όντας αγόρι που δεν τα
πήγαινε καλά στο να ‘ναι αγόρι. Έτρωγα γκολ κι έτσι η μπάλα ήταν πολιτική πράξη.
Το ότι ήταν καινούργια τα λεφτά του μπαμπά μου ήταν πολιτική πράξη, κάτι έδειχνε.
Κάποιος με φώναξε πουστάρα κι ήταν πολιτική πράξη.
Με φώναξα πουστάρα κι ήταν πολιτική πράξη.
Το πόσο δύσκολα αισθανόμουν πως περνούσα σε σχέση με το πόσο δύσκολα
όντως περνούσα ήταν πολιτική πράξη. Νόμιζα πως μπορούσα να γίνω συγγραφέας
και ήταν πολιτική πράξη ότι μπορούσα να φανταστώ κάτι τέτοιο.
Νόμιζα πως δεν ήμουν ποιητής της πολιτικής πράξης
κι όμως η φαντασία μου κινούνταν πολιτικά.
Πάντοτε ήταν έτσι, απλά τόσα χρόνια κοιμόμουν.

―Τζέιμσον Φιτζπάτρικ




I woke up

and it was political.
I made coffee and the coffee was political.
I took a shower and the water was.
I walked down the street in short shorts and a Bob Mizer tank top
and they were political, the walking and the shorts and the beefcake
silkscreen of the man posing in a G-string. I forgot my sunglasses
and later, on the train, that was political,
when I studied every handsome man in the car.
Who I thought was handsome was political.
I went to work at the university and everything was
very obviously political, the department and the institution.
All the cigarettes I smoked between classes were political,
where I threw them when I was through.
I was blond and it was political.
So was the difference between “blond” and “blonde.”
I had long hair and it was political. I shaved my head and it was.
That I didn’t know how to grieve when another person was killed in America
was political, and it was political when America killed another person,
who they were and what color and gender and who I am in relation.
I couldn’t think about it for too long without feeling a helplessness
like childhood. I was a child and it was political, being a boy
who was bad at it. I couldn’t catch and so the ball became political.
My mother read to me almost every night
and the conditions that enabled her to do so were political.
That my father’s money was new was political, that it was proving something.
Someone called me faggot and it was political.
I called myself a faggot and it was political.
How difficult my life felt relative to how difficult it was
was political. I thought I could become a writer
and it was political that I could imagine it.
I thought I was not a political poet and still
my imagination was political.
It had been, this whole time I was asleep.
―Jameson Fitzpatrick