Sharon Olds (nonqueer)

Το χειρότερο απ’ όλα

Από τη μια πλευρά του αυτοκινητόδρομου, λόφοι ξεροί.
Από την άλλη, στο βάθος, ύδατα παλιρροιακά
εκβολές, κόλπος, λάρυγγας
ωκεανού. Δεν το ‘χα κάνει
λέξεις, ακόμα—εκείνο το χειρότερο απ’ όλα,
ωστόσο σκέφτηκα ότι μπορούσα να το πω, αν το ‘λεγα
λέξη προς λέξη. Ο φίλος μου οδηγούσε,
στο επίπεδο της θάλασσας, παράκτιοι λοφίσκοι, κοιλάδα,
πρόποδες, βουνά—η ανηφόρα, και των δυο,
προηγούμενών μας χρόνων. Και έλεγα
πως μου είναι πλέον αδιάφορος σχεδόν, ο πόνος,
εκείνο που με πείραζε ήταν—πες πως υπήρχε
o θεός—του έρωτα—και ότι είχα αφιερώσει—προοριζόμουνα
να αφιερώσω—τη ζωή μου—σε αυτό—και
είχα αποτύχει, ίσως μπορούσα να υποφέρω για αυτό μονάχα—
όμως, τι θα γινότανε, αν,
είχα βλάψει, την αγάπη; Κι έτσι όπως ούρλιαξα όλα αυτά,
επάνω στα γυαλιά μου λίμνασε το αλμυρό νερό, σχεδόν
γλυκό, και τότε, επειδή του έδωσα όνομα,
εκείνου του χειρότερου απ’ όλα—κι αφού του ‘δωσα όνομα,
το ήξερα πως δεν υπήρχε ο θεός του έρωτα, υπήρχαν μόνο
άνθρωποι. Κι ο φίλος μου πλησίασε,
εκεί που οι γροθιές μου μάγκωναν η μια την άλλη
και με το πίσω μέρος των χεριών του τις ακούμπησε, για ένα
δευτερόλεπτο, αδέξια, με εκείνη την ευγένεια
του μη έρωτα, αλλά με μία καλοσύνη σπιτική.

—Σάρον Όλντς




The Worst Thing

One side of the highway, the waterless hills.
The other, in the distance, the tidal wastes,
estuaries, bay, throat
of the ocean. I had not put it into
words, yet—the worst thing,
but I thought that I could say it, if I said it
word by word. My friend was driving,
sea-level, coastal hills, valley,
foothills, mountains—the slope, for both,
of our earliest years. I had been saying
that it hardly mattered to me now, the pain,
what I minded was—say there was
a god—of love—and I’d given—I had meant
to give—my life—to it—and I
had failed, well I could just suffer for that—
but what, if I,
had harmed, love? I howled this out,
and on my glasses the salt water pooled, almost
sweet to me, then, because it was named,
the worst thing—and once it was named,
I knew there was no god of love, there were only
people. And my friend reached over,
to where my fists clutched each other,
and the back of his hand rubbed them, a second,
with clumsiness, with the courtesy
of no eros, the homemade kindness.

—Sharon Olds