Caroline Bird

Η Μέγκαν Παντρεύτηκε Τον Εαυτό Της

Έφτασε στο μέγαρο σε μια ασημένια λιμουζίνα.
Έστειλε προσκλήσεις σε όλους και τα λοιπά:
το όνομά της γραμμένο δυο φορές με ‘&’ στη μέση,
η καλλιγραφία του ζευγαρώματος.
Διέσχισε τον διάδρομο με δρασκελιές στο “At Last” της Etta James,
κοιτάζοντας τον ιερέα σαν αφοσιωμένος στρατιώτης
με τη φωνή τρεμάμενη κι ωστόσο σίγουρη. Δέχομαι. Δέχομαι.
«Μπορείς τώρα να φιλήσεις τον καθρέφτη.» Χειροκροτήματα. Κονφετί.
Καθένας εκ των εκατό σαράντα καλεσμένων
θεώρησε την τελετή «αψεγάδιαστη.»
Ειδικά τους όρκους. Τόσο «απ’ την καρδιά.»
Το νυφικό της φιλντισένιο· εμφατικά υπόλευκο
«Στην τελική, μοιραστήκαμε το ίδιο κρεβάτι τριάντα δύο χρόνια,»
σχολίασε στην ομιλία της
«Δεν είμαι ακριβώς παρθένα αν καταλαβαίνεις τι εννοώ.»
(Κανείς δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε)
Κανείς δεν αμφισβήτησε την αφοσίωσή τους.
Αχ κι αν τους έβλεπες μόνο. Χέρι με χέρι.
Χαμογελώντας με τα ίδια μάτια. Μπορούσες να αισθανθείς
τη μυστική τους γλώσσα, βαθιά ως το κόκαλο, το ίδιο αίμα.
Οι προπόσεις ήταν συχνές και δακρύβρεκτες. Ένα καλεσμένος
κοίταξε τη γυναίκα του —  περιφερόμενος άσκοπα στο μπαρ — και
φαντάστηκε πώς θα ήταν η ζωή του αν
είχε απαντήσει, χρόνια πριν, σε αυτή την πρόταση στο μυαλό του:
«Είμαι ο μόνος που θα σε καταλάβει ποτέ πραγματικά.
Παντρέψου με, Ντέρεκ. Σ’ αγαπώ. Παντρέψου με.»
Τότε δεν είχε πάρει στα σοβαρά την πρόταση.
Ξαναγέμισε το ποτήρι του με σαμπάνια, είδε
τους νεόνυμφους να κόβουνε την τούρτα της, και με τα δυο χέρια
στο μαχαίρι. «Είναι πολύ αργά να προσπαθήσουμε;» Ο Ντέρεκ είπε
σε κανέναν, καθώς η νύφη ξεγλίστρησε στην πίστα,
άλλοτε οδηγώντας το χορό κι άλλοτε ακολουθώντας.

―Κάρολαϊν Μπέρντ

 

……………………………………………

 

Megan Married Herself

She arrived at the country mansion in a silver limousine.
She’d sent out invitations and everything:
her name written twice with “&” in the middle,
the calligraphy of coupling.
She strode down the aisle to “At Last” by Etta James,
faced the celebrant like a keen soldier reporting for duty,
her voice shaky yet sure. I do. I do.
“You may now kiss the mirror.” Applause. Confetti.
Every single one of the hundred and forty guests
deemed the service “unimprovable.”
Especially the vows. So “from the heart.”
Her wedding gown was ivory; pointedly off-white,
“After all, we’ve shared a bed for thirty-two years,”
she quipped in her first speech,
“I’m hardly virginal if you know what I mean.”
(No one knew exactly what she meant.)
Not a soul questioned their devotion.
You only had to look at them. Hand cupped in hand.
Smiling out of the same eyes. You could sense
their secret language, bone-deep, blended blood.
Toasts were frequent, tearful. One guest
eyed his wife — hovering harmlessly at the bar — and
imagined what his life might’ve been if
he’d responded, years ago, to that offer in his head:
“I’m the only one who will ever truly understand you.
Marry me, Derek. I love you. Marry me.”
At the time, he hadn’t taken his proposal seriously.
He recharged his champagne flute, watched
the newlywed cut her five-tiered cake, both hands
on the knife. “Is it too late for us to try?” Derek whispered
to no one, as the bride glided herself onto the dance floor,
taking turns first to lead then follow.

―Caroline Bird

 

*

 

Ακούστε το ποίημα

 

Αγιοποίηση

Ο πατέρας μου ήταν εκατόν πέντε χρονών όταν ανακάλυψε τις χαρές του Μεθ. Στην αρχή νόμισα πως οι περίεργες γκριμάτσες κι ο ασυνάρτητος λόγος του ήταν συμπτώματα άνοιας. Σκεφτείτε την ανακούφισή μου όταν έβγαλε κρυφά μια σακουλίτσα με λευκούς κρυστάλλους απ’ την τσέπη της καρέκλας ασανσέρ. Το αποκαλούσε όπως και στην πιάτσα, κρύσταλλο. Καθώς άναψε τη γυάλινη πίπα, αναπόλησε την Κρυστάλλω, μια μαζεμένη κοπέλα με την οποία παντρολογιόταν στα κρυφά μετά τον πόλεμο. «Αυτά τα χρόνια βρομούσαν μάλλινα κολλάν και ντροπή,» είπε, καθώς τα μάτια του αστράφτανε· «Μπορείς να μου φτιάξεις ιστοσελίδα;» «Τι;» απάντησα, νομίζοντας ότι παράκουσα. «Θέλω να διαφημίσω την πραμάτεια μου», είπε. «Τι πραμάτεια;», είπα. «Δέσιμο. Ουρολαγνεία. Σαδομαζοχισμό. Ο κόσμος θα πλήρωνε πολλά για να γλείψει το καπάκι τουαλέτας γεροντότεκνου». Όταν χαμογέλασε το πρόσωπό του έλαμψε σαν κρανίο ηλεκτρισμένο. «Μα είσαι εκατόν πέντε χρονών…» είπα. Βυθίστηκε στη ζακέτα του σαν κάποιος που πέθαινε. «… Και άρα δεν πρέπει να αφήσουμε», πρόσθεσα, «ούτε λεπτό να πάει χαμένο. Φυσικά και θα σου φτιάξω ιστοσελίδα. Θα σου βγάλω και φωτογραφίες.» «Θα βάψεις τον ξενώνα βαθύ, βαθύ κόκκινο;» είπε. «Θα αγοράσω την μπογιά το απόγευμα,» είπα. «Είσαι τόσο καλή κόρη,» είπε, «αισθάνομαι πιο ζωντανός από ποτέ».

Το παρατσούκλι του ήταν Γαμιστερός Συνταξιούχος. Είχε τρομερή επιτυχία. Γυναίκες και άντρες όλων των ηλικιών μπαινόβγαιναν στο σπίτι του μέρα και νύχτα. Γείτονες ενοχλούνταν από τα ουρλιαχτά γεμάτα έκσταση. Το παιδί που του έφερνε φαγητό αρνούνταν να μπει στο σπίτι και το άφηνε στην εξώπορτα. Τον πατέρα μου δεν τον ένοιαζε. Έτσι κι αλλιώς δεν έτρωγε. Ούτε κοιμόταν. Φορούσε τη σαδομαζό στολή του κάθε μέρα όλη μέρα: δερμάτινο παντελόνι, κολάρο σκύλου, ψηλές μπότες με καρφιά. Το δάπεδο της κουζίνας είχε σημάδια από μαστίγιο. Την τελευταία φορά που τον επισκέφτηκα χόρευε τρανς αργά στο χωλ μαζί με έναν νεαρό μποντιμπιλντερά. Ήταν κι οι δυο τους τσίτσιδοι. «Μπαμπά,» φώναξα, «Μπαμπά! Σου έφερα τον καζαμία και το σιντί με τα τραγούδια που ζήτησες!». Καμία απάντηση. Αγκαλιασμένοι, έμοιαζαν με κούκλα βιτρίνας που λάνσαρε ένα τσαλακωμένο φουλάρι από δέρμα. Το ακουστικό βαρηκοΐας του ήταν μπερδεμένο μέσα στο μπολ με τα προφυλακτικά σαν συκώτι ξωτικού. Ούτε να διακόψω ούτε και να παρέμβω μπορούσα. Έμεινα για λίγο κι έπειτα έφυγα. Δεν θα κατέβαινε ποτέ ξανά. Ποτέ και για κανέναν. Ήταν μαζί με τους αγγέλους πλέον.

―Κάρολαϊν Μπέρντ

 

……………………………………………

 

Beatification

My father was a hundred and five years old when he discovered the pleasures of Crystal Meth. At first I thought his gurning mouth and disjointed speech were symptoms of dementia. Imagine my relief when he slipped a baggie of white shards from the netted side-pocket of his Stannah Stair-lift. He called it by it’s street-name, Tina. As he lit the glass pipe, he reminisced about a repressed Blackpool girl with the same name he’d courted gingerly after the war. ‘Those days were clogged with woollen tights and shame,’ he said, his pupils exploding behind his spectacles; ‘Can you make me a website?’ ‘What?’ I said, thinking I’d misheard. ‘I want to advertise my wares,’ he said. ‘What wares?’ I said. ‘Bondage. Water Sports. Sado-masochism. People will pay good money to lick the toilet-seat of a silver fox.’ When he smiled his face lit up like an electrocuted skull. ‘But you’re a hundred and five years old…’ I said. He sunk in his sweater like a dying man. ‘…Which is all the more reason,’ I added, ‘not to waste another minute. Of course I’ll make you a website. I’ll even take the photos for you.’ ‘Will you paint my spare room dark, dark red?’ he said. ‘I’ll buy the paint this afternoon,’ I said. ‘You’re such a loving daughter,’ he said, ‘I’ve never felt so alive.’

He called himself The Pounding Pensioner. He was extremely popular. Women and men of all ages came and went at all hours of the day and night. The neighbours complained about the ecstatic howls. The Meals on Wheels bloke refused to enter the house, opting instead to leave the cloche of turkey mush and cauliflower cheese on the porch step. My father didn’t mind. He didn’t eat any more anyway. Or sleep. He wore his BDSM get-up twenty-four-seven now: leather trousers, dog-collar, studded platform boots. The kitchen lino was lacerated with whiplashes. The last time I visited he was slow-dancing to trance music in the hallway with a young bodybuilder. They were both naked. ‘Dad,’ I shouted, ‘Dad! I’ve brought you The Radio Times and that John le Carré audio book you asked for!’ No response. Embracing, they resembled one mannequin sporting a creased shawl of skin. His hearing aid was curled up in the condom bowl like an elf’s liver. ‘Dad!’ It wasn’t in my power to interrupt or intervene. I watched for a minute then let myself out. He wasn’t coming down again. Not for anyone. He was with the angels now.

―Caroline Bird