Ocean Vuong

Στη Γη Για Λίγο Είμαστε Υπέροχοι

Ι

Πες μου πως ήταν λόγω πείνας
& τίποτα άλλο. Γιατί είναι πείνα
να δίνεις στο σώμα αυτό που ξέρει

πως να κρατήσει δεν μπορεί. Πως το κεχριμπαρένιο
φως αυτό από ακόμα έναν πόλεμο λαξευμένο
είναι το μόνο που κρατά καρφιτσωμένο το χέρι μου στο στήθος σου.

Ι

Εσύ, πνίγεσαι
μέσα στα χέρια μου—
μείνε.

Εσύ, σπρώχνεις το σώμα σου
μες στο ποτάμι
για ν’ απομείνεις μόνο
με τον εαυτό σου—
μείνε.

Ι

Θα σου πω πώς σφάλαμε αρκετά για να συγχωρεθούμε. Πώς μία νύχτα, αφού χτύπησε τη μαμά πισώπλατα, έπειτα αφήνοντας ένα αλυσοπρίονο στην κουζίνα, ο πατέρας πήγε γονάτισε στο μπάνιο μέχρι που ακούσαμε μέσα απ’ τους τοίχους τις κραυγές του. & έτσι έμαθα– πως ένας άντρας στην κορύφωση είναι όσο μπορεί να πλησιάσει στο να παραδοθεί.

Ι

Πες παραδίνομαι. Αλάβαστρο. Σουγιάς
Αγιόκλημα. Δρόμος χρυσός. Πες Φθινόπωρο.
Πες φθινόπωρο παρά το πράσινο
των ματιών σου. Ομορφιά παρά
το φως της μέρας. Πες πως θα σκότωνες για αυτό. Άθραυστη αυγή
που σκαρφαλώνει στον λαιμό σου.
Κάτω από σένα τσακισμένος
σαν σπουργίτι ζαλισμένο
απ’ την πτώση

Ι

Θέλησα να εξαφανιστώ—άνοιξα λοιπόν την πόρτα από το αυτοκίνητο κάποιου αγνώστου. Ήταν διαζευγμένος. Έκλαιγε με λυγμούς με τα χέρια στο πρόσωπο (χέρια που είχανε γεύση σκουριάς). Η ροζ κορδέλα για τον καρκίνο του μαστού σαν εκκρεμές στα κλειδιά στη μίζα. Μήπως δεν αγγίζουμε ο ένας τον άλλο μόνο για ν’ αποδείξουμε πως είμαστε εδώ ακόμα; Ήμουν ακόμα εδώ κάποτε. Το φεγγάρι, τρεμοπαίζει απόμακρο, παγιδευμένο σε χάντρες ιδρώτα στον λαιμό μου. Άφησα την ομίχλη να χυθεί μέσα απ’ το ραγισμένο τζάμι & να καλύψει τους κυνόδοντές μου. Όταν έφυγα, το τζιπ έμεινε εκεί, ένας χαζός ταύρος σε βοσκοτόπι, η ματιά του διαπερνούσε τη σκιά μου που έπεφτε πάνω σε σπίτια προαστιακά. Στο σπίτι, έπεσα στο κρεβάτι σαν πυρσός & είδα να ροκανίζουν φλόγες το σπίτι της μητέρας μου, μέχρι που εμφανίστηκε ο ουρανός, αιμάτινος, τεράστιος. Πόσο θα ήθελα να ‘μαι ο ουρανός αυτός —την κάθε πτήση να βαστάω & ταυτόχρονα να πέφτω.

Ι

Πες αμήν. Πες αμνηστία

Πες ναι. Πες ναι

όπως και να ‘χει.

Ι

Στο ντουζ, ιδρώνοντας κάτω από κρύο νερό, το δέρμα μου έτριψα πάλι και πάλι.

Ι

Πολύ αργά δεν είναι. Φωτοστεφανωμένα τα κεφάλια μας
μυγάκια ενώ το καλοκαίρι αργεί ακόμα για ν’ αφήσει
τα σημάδια του. Το χέρι σου
κάτω απ’ τη μπλούζα μου καθώς παράσιτα
ραδιοφώνου δυναμώνουν.
Το άλλο χέρι σου στοχεύει
με του μπαμπά σου το περίστροφο
στον ουρανό. Αστέρια πέφτουνε
ένας προς ένα προς το στόχαστρο.
Έτσι λοιπόν δεν θα
φοβάμαι αν ήδη είμαστε
εδώ. Ακόμα πιο πολλά απ’ όσα μπορεί να
κρατήσει το δέρμα. Πως ένα αγόρι που κοιμάται
δίπλα σε αγόρι
πρέπει να μοιάζει με λιβάδι
από ήχους ρολογιών. Πως το να πω το όνομά σου
είναι να ακούω δείκτες ρολογιών
καθώς γυρίζουν πίσω μία ώρα ακόμα
& το πρωί
τα ρούχα μας απλωμένα στη
βεράντα της μαμάς σου, μαδημένα
σαν κρίνα μιας βδομάδας.

―Όσιαν Βόνγκ

 

……………………………………………

 

On Earth We’re Briefly Gorgeous

I

Tell me it was for the hunger
& nothing less. For hunger is to give
the body what it knows

it cannot keep. That this amber light
whittled down by another war
is all that pins my hand to your chest.

I

You, drowning
between my arms —
stay.

You, pushing your body
into the river
only to be left
with yourself —
stay.

I

I’ll tell you how we’re wrong enough to be forgiven. How one night,
after backhanding mother, then taking a chainsaw to the kitchen table, my
father went to kneel in the bathroom until we heard his muffled cries through
the walls. And so I learned that a man, in climax, was the closest thing
to surrender.

I

Say surrender. Say alabaster. Switchblade.
Honeysuckle. Goldenrod. Say autumn.
Say autumn despite the green
in your eyes. Beauty despite
daylight. Say you’d kill for it. Unbreakable dawn
mounting in your throat.
My thrashing beneath you
like a sparrow stunned
with falling.

I

I wanted to disappear — so I opened the door to a stranger’s car. He was divorced. He was still alive. He was sobbing into his hands (hands that tasted like rust). The pink breast cancer ribbon on his keychain swayed in the ignition. Don’t we touch each other just to prove we are still here? I was still here once. The moon, distant & flickering, trapped itself in beads of sweat on my neck. I let the fog spill through the cracked window & cover my fangs. When I left, the Buick kept sitting there, a dumb bull in pasture, its eyes searing my shadow onto the side of suburban houses. At home, I threw myself on the bed like a torch & watched the flames gnaw through my mother’s house until the sky appeared, bloodshot & massive. How I wanted to be that sky — to hold every flying & falling at once.

 

I

Say amen. Say amend.

Say yes. Say yes

anyway.

 

I

 

In the shower, sweating under cold water, I scrubbed & scrubbed.

 

I

 

It’s not too late. Our heads haloed
with gnats & summer too early to leave
any marks. Your hand
under my shirt as static
intensifies on the radio.
Your other hand pointing
your daddy’s revolver
to the sky. Stars falling one
by one in the cross hairs.
This means I won’t be
afraid if we’re already
here. Already more
than skin can hold. That a boy sleeping
beside a boy
must make a field
full of ticking. That to say your name
is to hear the sound of clocks
being set back another hour
& morning
finds our clothes
on your mother’s front porch, shed
like week-old lilies.

 

―Ocean Vuong

 

*

 

Η Επανάληψη ως Μέθοδος Αντιμετώπισης Δυσκολιών

Αδύνατον να κοιμηθείς
βάζεις λοιπόν τις γκρίζες μπότες του — τίποτε άλλο — & έτσι βγαίνεις
στη βροχή. Παρότι έχει φύγει, σκέφτεσαι, παρ’ όλα αυτά θέλω
να είμαι καθαρός. Αν μόνο η βροχή ήταν βενζίνη, η γλώσσα σου
σπίρτο που φλέγεται & είναι δυνατόν να αλλάξεις χωρίς να εξαφανιστείς. Αν μόνο
πέθαινε εκείνη τη στιγμή όταν τ’ όνομά του γίνεται δόντι
μες στο στόμα σου. Ωστόσο δεν πεθαίνει τότε. Πεθαίνει όταν τον απομακρύνουν
& συνοδεύεσαι από τον ιερέα έξω από το δωμάτιο, οι παλάμες σου
δύο λιμνούλες βροχής. Πεθαίνει όταν η καρδιά σου επιταχύνει,
καθώς ακόμη ένας πόλεμος αφήνει χάλκινο τον ουρανό. Πεθαίνει κάθε νύχτα
που κλείνεις τα μάτια & τον ακούς να εκπνέει αργά. Η γροθιά σου πνίγει
το σκοτάδι. Η γροθιά σου διαπερνά καθρέφτη μπάνιου. Πεθαίνει
στο πάρτι που όλοι γελούν ενώ θέλεις μόνο να πας
στην κουζίνα να κάνεις εφτά ομελέτες πριν βάλεις φωτιά
το σπίτι. Το μόνο που θες είναι να τρέξεις στο δάσος να ικετεύσεις
τον λύκο να σε ξεσκίσει. Πεθαίνει μόλις ξυπνήσεις
& είναι για πάντα Νοέμβρης. Ένας δίσκος του Χέντριξ λιωμένος
σε σκουριασμένη βελόνα. Πεθαίνει το πρωί πριν σε φιλήσει
δύο λεπτά πιο πολύ απ’ ότι συνήθως, καθώς σου λέει Περίμενε και συνεχίζει
κάτι έχω να σου πω & αρπάζεις γρήγορα το αγαπημένο
ροζ σου μαξιλάρι & τον πνίγεις καθώς κλαίει μέσα απ’ το μαλακό
ύφασμα που σκουραίνει. Μένεις ακίνητος μέχρι να ησυχάσει εντελώς,
μέχρι οι τοίχοι να διαλυθούν & να σταθείτε πάλι μαζί μες στο γεμάτο κόσμο
τραίνο. Κοίτα πως σε κουνάει πίσω-μπρος, ένας αργός χορός
ιδωμένος απ’ την απόσταση χρόνων. Είσαι ακόμα πρωτοετής. Τρέμεις ακόμα
που ‘χεις μόνο δυο χέρια. & αυτός δεν ξέρει τ’ όνομά σου ακόμα
όμως χαμογελά ανέκαθεν. Τα δόντια του αντανακλώνται στο παράθυρο
αντανακλούν τα χείλη σου έτσι όπως ξεστομίζεις Γεια — η γλώσσα σου
σπίρτο που φλέγεται.

―Όσιαν Βόνγκ

 

……………………………………………

 

Anaphora as Coping Mechanism

Can’t sleep
so you put on his grey boots — nothing else — & step
inside the rain. Even though he’s gone, you think, I still want
to be clean. If only the rain were gasoline, your tongue
a lit match, & you can change without disappearing. If only
he dies the second his name becomes a tooth
in your mouth. But he doesn’t. He dies when they wheel him
away & the priest ushers you out the room, your palms
two puddles of rain. He dies as your heart beats faster,
as another war coppers the sky. He dies each night
you close your eyes & hear his slow exhale. Your fist choking
the dark. Your fist through the bathroom mirror. He dies
at the party where everyone laughs & all you want is to go
into the kitchen & make seven omelets before burning
down the house. All you want is to run into the woods & beg
the wolf to fuck you up. He dies when you wake
& it’s November forever. A Hendrix record melted
on a rusted needle. He dies the morning he kisses you
for two minutes too long, when he says Wait followed by
I have something to say & you quickly grab your favorite
pink pillow & smother him as he cries into the soft
& darkening fabric. You hold still until he’s very quiet,
until the walls dissolve & you’re both standing in the crowded train
again. Look how it rocks you back & forth like a slow dance
seen from the distance of years. You’re still a freshman. You’re still
terrified of having only two hands. & he doesn’t know your name yet
but he smiles anyway. His teeth reflected in the window
reflecting your lips as you mouth Hello — your tongue
a lit match.

―Ocean Vuong

 

*

Επειδή Είναι Καλοκαίρι 

πας στο πάρκο με ποδήλατο μελανιασμένος
με 9μμ οι σφένδαμοι ντυμένοι πλαστικές σακούλες
κουρελιασμένες απ’ τις μέρες το χωράφι
κάηκε πρόσφατα & είπες ψέματα
για το που πας είσαι υποτίθεται
έξω με μια γυναίκα για την οποία ωστόσο όνομα
δεν μπορείς βρεις όμως εκείνος περιμένει
στο γήπεδο του μπέιζμπολ πίσω απ’ το χαμηλό υπόστεγο
κατάστικτο κουτάκια τσιγάρα σκισμένα προφυλακτικά
περιμένει με ιδρωμένα χέρια & μέντα
στην ανάσα του το κούρεμα φτηνό
& το λιβάις της αδερφής του
με μυρωδιά κάτουρου απ’ το υγρό γρασίδι
ωστόσο είναι ιούνης & είσαι νέος
μέχρι τον σεπτέμβρη με τη φωτογραφία του
δεν μοιάζει κι όμως δεν έχει σημασία
καθώς έχεις φιλήσει τη μαμά
στο μάγουλο πριν έρθεις
τόσο μακριά καθώς η σκοτεινή σχισμή στα μαγαζιά φτάνει
για να αρθρώσει μέσα απ’ το φερμουάρ μια αχνή κραυγή
εκεί το στόμα σου που βάζεις
για να ακουστούν πουλιά
που πέφτουν στο νερό σημάδι από λάστιχο
φόρμας γυμναστικής τέσσερα χέρια επιταχύνουν
σε δωδεκάδες: ενδεδυμένος ένα σμήνος πόθων
σαν πέπλο νυφικό που όμως
δεν αξίζεις: το αγόρι &
η μοναξιά του το αγόρι που σε βρίσκει
όμορφο μόνο επειδή καθρέπτης
δεν είσαι γιατί δεν έχεις
άλλα πρόσωπα να εγκαταλείψεις έφτασες
ως εδώ για να γίνεις κανένας & είναι ιούνιος
μέχρι να ξημερώσει είσαι νέος μέχρι ένα ποπ τραγούδι
ν’ ακουστεί μες στο δωμάτιο νεκρού παιδιού νερό που χύνεται
απ’ όλες τις γωνίες του καλοκαιριού & θέλεις
να του πεις δεν πειράζει ότι η νύχτα είναι επίσης τάφος
απ’ όπου διαφεύγουμε όμως εκείνος ήδη φτιάχνει τον
γιακά του & το χωράφι μία βαναυσότητα αχνίζει
κοπριά πασαλείβεις το λαιμό σου με
κραγιόν & ντύνεσαι χέρια που τρέμουν
λες ευχαριστώ ευχαριστώ ευχαριστώ
γιατί δεν έχεις μάθει ακόμα τι θα
πει συγγνώμη γιατί αυτό είναι που λες
όταν το καλοκαίρι ξεβράζει έναν άγνωστο
& σου χαρίζει μία ακόμα ώρα ζωής

―Όσιαν Βόνγκ

 

……………………………………………

 

Because It’s Summer

you ride your bike to the park bruised
with 9pm the maples draped with plastic bags
shredded from days the cornfield
freshly razed & you’ve lied
about where you’re going you’re supposed
to be out with a woman you can’t find
a name for but he’s waiting
in the baseball field behind the dugout
flecked with newports torn condoms
he’s waiting with sticky palms & mint
on his breath a cheap haircut
& his sister’s levis
stench of piss rising from wet grass
it’s june after all & you’re young
until september he looks different
from his picture but it doesn’t matter
because you kissed your mother
on the cheek before coming
this far because the fly’s dark slit is enough
to speak through the zipper a thin scream
where you plant your mouth
to hear the sound of birds
hitting water snap of elastic
waistbands four hands quickening
into dozens: a swarm of want you wear
like a bridal veil but you don’t
deserve it: the boy
& his loneliness the boy who finds you
beautiful only because you’re not
a mirror because you don’t have
enough faces to abandon you’ve come
this far to be no one & it’s june
until morning you’re young until a pop song
plays in a dead kid’s room water spilling in
from every corner of summer & you want
to tell him it’s okay that the night is also a grave
we climb out of but he’s already fixing
his collar the cornfield a cruelty steaming
with manure you smear your neck with
lipstick you dress with shaky hands
you say thank you thank you thank you
because you haven’t learned the purpose
of forgive me because that’s what you say
when a stranger steps out of summer
& offers you another hour to live.

―Ocean Vuong

 

*

 

Ακούστε το ποίημα

 

Ακόμα μια Φορά

Το μόνο κίνητρό μου ήταν να …
τους κρατήσω μαζί μου όσο περισσότερο γίνεται, ακόμα κι αν
κρατούσα απλά ένα κομμάτι τους

Τζέφρι Ντάμερ

 

Σταματώ στο χωράφι, σβήνω τη μηχανή.

Είναι ξεκάθαρο: Απλά δεν ξέρω
να αγαπάω έναν άντρα

στοργικά. Η τρυφερότητα
κάτι που πρέπει να υποταχθεί.

Πυγολαμπίδες σε κλωστή
στο ζαφειρένιο δειλινό.

Και είσαι τόσο ήσυχος είσαι σχεδόν

το αύριο.

Το σώμα μαλακό
για να μας αποτρέπει

από τη μοναξιά.
Εσύ το είπες

και ήταν σαν να γέμιζε το αυτοκίνητο

νερό απ’ το ποτάμι.

Νερό δεν υπάρχει.
Μην ανησυχείς.

Μόνο τα μάτια σου

που κλείνουν.
Η γλώσσα μου

στο επίκεντρο του στήθους σου.
Μικρούλες μαύρες τρίχες

σαν πόδια
εντόμων εξαφανισμένων.

Ποτέ δεν ήθελα

τη σάρκα.
Το πως ποτέ της δε σφάλει

να σφάλει
με τόση ακρίβεια.

Αν όμως έσκιζα
τη λεπτή σελίδα του δέρματος

παρ’ όλα αυτά
& έβρισκα την καρδιά

όχι στο μέγεθος μίας γροθιάς
αλλά το στόμα σου που ανοίγει

όσο το πλάτος της
Ιερουσαλήμ. Και τότε τι;

Αν αγαπήσω άλλον
άντρα—κανένας δεν θα

μείνει πίσω

να με συγχωρέσει.

Δε θέλω ν’ αφήσω
πίσω κανέναν.

Να κρατήσω
& να κρατηθώ.

Όπως ένα χωράφι
κάνει τα μυστικά του

παιώνιες.

Όπως το φως
κρατάει τις σκιές του

καταπίνοντάς το.

 

―Όσιαν Βόνγκ

 

……………………………………………

 

Into the Breach

The only motive that there ever was was to …
keep them with me as long as possible, even if
it meant just keeping a part of them.

Jeffrey Dahmer

I pull into the field & cut the engine.

It’s simple: I just don’t know
how to love a man

gently. Tenderness
a thing to be beaten

into. Fireflies strung
through sapphired dusk.

You’re so quiet you’re almost

tomorrow.

The body made soft
to keep us

from loneliness.
You said that

as if the car was filling

with river water.

Don’t worry.
There’s no water.

Only your eye

closing.
My tongue

in the crux of your chest.
Little black hairs

like the legs
of vanished insects.

I never wanted

the flesh.
How it never fails

to fail
so accurately.

But what if I broke through
the skin’s thin page

anyway
& found the heart

not the size of a fist
but your mouth opening

to the width
of Jerusalem. What then?

To love another
man—is to leave

no one behind

to forgive me.

I want to leave
no one behind.

To keep
& be kept.

The way a field
turns its secrets

into peonies.

The way light
keeps its shadow

by swallowing it.

―Ocean Vuong