poems about death

*σήμερα χτύπησε το τηλέφωνο καθώς κοιμόμουν. μεταξύ ύπνου και μη είδα το πρώτο μισό του αριθμού, λέω ο μπαμπάς θα είναι και πέφτω πάλι για ύπνο. με τον μπαμπά έχουμε να μιλήσουμε από το δεκέμβριο του 2018, από τότε που έκανα το coming out. που ήταν τραγωδία. έκτοτε ο μπαμπάς προσπάθησε να επικοινωνήσει κάποιες φορές όμως εγώ δεν απαντούσα. ήθελα έτσι με τη σιωπή μου να δείξω ότι όσα είπα εκείνη τη μέρα τα εννοούσα. και να τους δώσω χρόνο να σκεφτούν όσαν μου είπαν. ή έτσι πίστευα.

το τηλέφωνο όμως χτυπάει συνεχόμενα και επαναλαμβανόμενα. κοιτάω και βλέπω ότι δεν είναι ο αριθμός του μπαμπά αλλά ο αριθμός της αδερφής μου (οι αριθμοί τους μοιάζουν & δεν αποθηκεύω αριθμούς που ξέρω απ’ έξω). την παίρνω αμέσως γιατί πολλές φορές έχω κάνει πρόβα στο μυαλό μου ότι μια μέρα ο μπαμπάς θα πεθάνει και θα με πάρουν τηλέφωνο να μου το πουν. οπότε την πήρα τηλέφωνο για να βεβαιωθώ ότι όλα είναι καλά κι έτσι να συνεχίσω τη μέρα μου στο δουβλίνο όπου ήρθα χθες για συνέδριο.

η αδερφή μου λέει ότι ο μπαμπάς έπαθε έμφραγμα και είναι στα γιαννιτσά. ο γιατρός εκεί λέει δεν του δίνει πολλές ελπίδες και λέει, «μεγάλος άνθρωπος είναι ήρθε η ώρα του». η αδερφή μου λέει ότι όταν τον είχαν πάει αρχικά στο νοσοκομείο της βέροιας ο γιατρός βγήκε και τους είπε «πέθανε», αλλά μετά του κάνανε ανάνηψη και επανήλθε. η αδερφή μου μου λέει ότι δεν ξέρει αν έχει διαφύγει τον κίνδυνο κι ότι ο μπαμπάς δεν έχει επανέλθει και δεν τους έχει μιλήσει. ακόμα κι αν επιζήσει δεν ξέρει τι εγκεφαλικές βλάβες έχει υποστεί από όλο αυτό. και μετά μου το έκλεισε απότομα γιατί κάποιος την έπαιρνε. και μέχρι τώρα δεν έχω μάθει περισσότερα.

εκείνη τη μέρα του δεκεμβρίου 2018 όταν έκανα coming out είχα πει στον μπαμπά όταν σταμάτησε να μου μιλάει «κανόνισε να κάνεις την αηδία που κάνουν αυτοί οι ηλίθιοι πατέρες που στα τελευταία τους φωνάζουν τους πούστηδες γιους τους και τους λένε τι κρίμα που τόσα χρόνια δεν τα βρήκαμε. γιατί είχαμε χρόνο μπαμπά. και τώρα είχαμε χρόνο. και όλα αυτά τα χρόνια».

και τώρα σκέφτομαι ότι ίσως αυτά τα λόγια μου να σκεφτόταν ο μπαμπάς κάθε φορά που με έπαιρνε τηλέφωνο και δεν το σήκωνα. πως δεν μας μένει πολύς χρόνος. κι ίσως για αυτό να με καλούσε. και δεν μπορώ καν να πιστέψω πως δεν το σήκωνα κι ότι όλα αυτά όντως συμβαίνουν και δεν είναι απλά μια ακόμα τρομερά διεστραμμένη ιστορία που διαβάζεις κάπου και λες «δεν γίνονται αυτά τα πράγματα».

αυτή τη δευτέρα είχα πάει σε μια διάλεξη περί ποίησης & ψυχανάλυσης (την οποία γενικά δε συμπαθώ) μετά την οποία θυμήθηκα ένα pattern για τον εαυτό μου που κάπως είχα μισοξεχάσει: ότι τους ανθρώπους που αγαπώ, πολλές φορές προτιμώ να μην επικοινωνώ μαζί τους γιατί φοβάμαι ότι ίσως δεν ανταποκριθούν σε αυτά που θα τους πω ή ίσως πουν κάτι που χαλάσει αυτά που αισθάνομαι/πιστεύω για αυτούς και εμάς. την τελευταία φορά που ερωτεύτηκα θυμάμαι την δολοφονική αγωνία περιμένοντας να μου απαντήσει εκείνος. και το ίδιο τρομακτικό συναίσθημα γινόταν ακόμα πιο έντονο όταν διάβαζα το μήνυμά του. και μου έπαιρνε πολλές μέρες να του απαντήσω. γιατί φοβόμουν το επόμενό του μήνυμα. ότι μπορούσε ίσως στο επόμενό του μήνυμα να μου γράψει κάτι που δεν ήθελα να μάθω. και ήθελα να το καθυστερήσω, μη απαντώντας. ήθελα να μείνω κολλημένος στο τώρα και τα όσα αισθάνομαι και αισθάνεται.

και με αυτά υπόψη, σκέφτομαι ότι ίσως ο πραγματικός λόγος που δεν απάντησα στα τηλέφωνα του μπαμπά είναι παρόμοιος. ότι φοβόμουν το τι θα μου έλεγε, το τι δεν θα μου έλεγε και έτσι ανέβαλα τη συνομιλία μας. και προτίμησα να πιστεύω στη φαντασίωσή μου πως κατά βάθος όλα είναι καλά μεταξύ μας. κι έτσι προτίμησα να μη μάθω ποτέ τι πραγματικά πιστεύει για εμένα μετά το coming out μου. ίσως υποσυνείδητα ακολουθούσα αυτό το ποίημα της sharon olds που είχα διαβάσει πριν από πολύ καιρό:

Εκτός Κινδύνου

Μια βδομάδα αφού είχε πεθάνει ο μπαμπάς
απότομα κατάλαβα
ότι η αγάπη του για ‘μένα ήτανε πλέον ασφαλής—τίποτα
δεν μπορούσε να τη βλάψει. Αυτούς τους τελευταίους μήνες,
το πρόσωπό του έλαμπε κάποιες φορές όταν
θα έμπαινα μες στο δωμάτιό του, και η γυναίκα του μου είχε πει
πως μια φορά, όταν μισοκοιμόταν, είχε
χαμογελάσει λέγοντας τ’ όνομά μου. Εκτιμούσε
το τσαγανό μου—όταν με είχαν δέσει στην καρέκλα, τότε,
έδεναν κάποιον που εκτιμούσε, και όταν
δεν μιλούσε για μέρες, ήμουν εγώ ένα απ’ τα πλάσματα
στα οποία δεν μιλούσε,
κάποιος με μια θέση στη ζωή του. Την τελευταία
εβδομάδα, το είχε πει κι όλας, μία φορά,
κατά λάθος. Μπήκα μες στο δωμάτιό του, κι είπα «Τι
κάνεις,» και απάντησε «κι εγώ σ’ αγαπώ»
Έκτοτε, είχα αυτές τις λέξεις
να χάσω. Μέχρι την τελευταία
στιγμή, θα μπορούσα ίσως να κάνω κάτι λάθος, να τον προσβάλω
και με ένα απ’ τα παλιά του στόματα της αηδίας ίσως να ξανα-
στράβωνε τη ζωή μου. Τότε δεν το ‘χα σκεφτεί,
τους βοηθούσα να τον περιθάλψουν,
σκουπίζοντας το πρόσωπό του και κοιτάζοντάς τον.
Μα έπειτα, λίγο αφού είχε πεθάνει,
σκέφτηκα ξαφνικά, σαστίζοντας, πως πλέον
πάντα του θα μ’ αγαπά, και γέλασα—πέθανε, πέθανε!

—Σάρον Όλντς

 

……………………………………………

 

Beyond Harm

A week after my father died
suddenly I understood
his fondness for me was safe—nothing
could touch it. In those last months,
his face would sometimes brighten when I would
enter the room, and his wife said
that once, when he was half asleep,
he smiled when she said my name. He respected
my spunk—when they tied me to the chair, that time,
they were tying up someone he respected, and when
he did not speak, for weeks, I was one of the
beings to whom he was not speaking,
someone with a place in his life. The last
week he even said it, once,
by mistake. I walked into his room, and said “How
are you,” and he said, “I love you
too.” From then on, I had
that word to lose. Right up to the last
moment, I could make some mistake, offend him, and with
one of his old mouths of disgust he could re-
skew my life. I did not think of it,
I was helping to take care of him,
wiping his face and watching him.
But then, a while after he died,
I suddenly thought, with amazement, he will always
love me now, and I laughed—he was dead, dead!

—Sharon Olds