Rachel McKibbens

η αμμοδόχος

για τη Λίσα ή τη Λόρι

Αγκαλιαζόμασταν / στα σιωπηλά / στόμα με στόμα / αίμα & κεραυνός να τσουρουφλίζουν το γρασίδι / Πίσω από το υπόστεγο / ήμουν στα ψεύτικα ο σύζυγός της / ο αγριάνθρωπος κουβαλητής / που έπνιγε τη σάρκα της / στα προβληματικά μου χέρια / κρατώντας προς τα πίσω το κεφάλι της / για να τη γλύψω / απ’ το λαιμό ως το αυτί / με πάθος ξέφρενο / Εκείνη την αγάπη / που έμαθα από ταινίες / & τι φως πλημμύριζε τον αέρα / τρίβοντας τη φαλακρή λεκάνη μου με τη δική της / αίμα που ωριμάζει σε άλμη / χαράσσοντας επάνω στο τριφύλλι μια τρύπα που μοιάζει με κορίτσι; / Κάθε απόγευμα γινόμουνα θεός που εφεύρισκε ξανά τον ουρανό / πλαστογραφώντας τέλεια το σεξ πάνω απ’ τα ρούχα / τη ρώτησα Who’s your daddy? πριν γίνει της μοδός / Με το που το κουδούνι χτύπησε / την άφησα ελεύθερη / στην ήσυχη ξε-άγρια φύση / στο όχι-άλλο-πια-δική-μου / σε παχουλά λευκά σωληνάρια από οδοντόκρεμα μέντα / & τραγούδια για τον Χριστό / Από την άκρη του δωματίου / έβλεπα τη νυφούλα μου / να χαριεντίζεται / μ’ αληθινά αγόρια / & ήξερα ότι θα σκότωνα για αυτή / γεώτρηση του όποιου σώματος στη γη / αγόρι μες στην Πολαρόιντ / ένα αγαλματίδιο αηδιαστικό / Το άσπρο άλογο της αρρενωπότητας αντιδρούσε εκ των έσω / δάγκωσα τα χείλη μου & έκανα ό,τι μου έλεγαν / Μετά το σχολείο / ήθελα / να την πιάσω από το χέρι / εκείνη πάντα ήθελε διαζύγιο / Όταν τα μεγαλύτερα παιδιά με ακολούθησαν στον δρόμο για το σπίτι / και με φωνάζανε / λεσβία / ανωμαλάρα / βρωμομεξικανή /& πλακομούνα / με το κεφάλι μου ψηλά τους προκαλούσα να παλέψουμε / κάθε φορά / & γιατί όχι; / Γιατί να μην / όλοι γνωρίζαμε / ότι ποτέ μου δεν θα / κέρδιζα / σε οτιδήποτε.

―Ρέιτσελ ΜακΚίμπενς

 

……………………………………………

 

the sandbox

for Lisa or Laurie

We held each other / in silence / mouth against mouth / blood & thunder scorching the grass / Behind the shed / I played the husband / brutish breadwinner / choking her flesh / in my troubled hands / pulling her head back / to lick / from neck to ear / in frenzied thrill / The kind of love / I learned from movies / & what light swamped the air / as I shoved my bald pelvis into hers / blood ripening into wolf brine / burning a girl-shaped hole in the clover? / Every afternoon I became a god reinventing sky / expert forger of the dry hump / I asked Who’s your daddy? before that was even a thing / Once the recess bell rang / I released her back / into the quiet unwild / to no-longer-mine / to fat white tubs of minty paste / & songs about Jesus / From across the room / I watched my bride / make eyes / with the real boys / & knew I could kill for her / drill a body down into the earth / boy in the Polaroid / a grisly figurine / The white horse of masculinity bucking wild on the inside / I bit my lip & did as I was told / After school / I wanted / to hold her hand / she always wanted a divorce / When the big kids followed me home / calling me / lesbo / homo / wetback / faggot / I held my chin out & challenged to fight them all / every time / & why not? / Might as well / we all knew / I would never / win / anything.

―Rachel McKibbens