Warsan Shire

Extreme Girlhood

Θηλιά, ένα κορίτσι
σε κάθε οικογένεια,
προοίμιο πόνου.

Ευλογημένο το κορίτσι,
αμνιακός σάκος δυσαρέσκειας,
αγία προστάτης του να μην
είσαι αρκετά καλή.

Είσαι εκεί Θεέ;
Εγώ είμαι, η Warsan.
απροσάρμοστη, αφηρημένη,
εμμονική, αποσχιστική.

Γεννήθηκα με ένα νανούρισμα
θρήνου της μελανίνης,
ελέγχοντας τα αυτιά του νεογέννητου
για τα πρώτα σημάδια σκούρου δέρματος.

Στην αρχή φοβήθηκα, πάγωσα.
Το παιδί διαβάζει σούρες κάθε βράδυ
για να κρυφτεί απ’ την αρρώστια
προστατεύοντας σώμα και σπίτι
από εισβολείς.

Ξυπνάει με τρόμο,
κάποιος κόβει το σχοινί,
κάτι σέρνεται
βαθιά μέσα της.

Είσαι εκεί Θεέ;
Είμαι εγώ, η άσχημη.

Ευλογημένο το type 4 παιδί,
μασάζ στο σκαλπ με γάλα
βάναυσο, κρανίο καταραμένο,
συνθλίβεται ανάμεσα σε γόνατα ενήλικα,
βουτηγμένο σε ροζ λοσιόν.

Όλα όσα μου έκανες
Tα θυμάμαι.

Μαμά, κατάφερα
και βγήκα ζωντανή από το
σπίτι σου, με μεγάλωσαν
οι φωνές μες
στο κεφάλι μου.

―Γουαρσάν Σάιρ

μετάφραση: Sam Albatros

 

****

 

Extreme Girlhood

A loop, a girl born
to each family,
prelude to suffering.

Bless the baby girl,
caul of dissatisfaction,
patron saint of not
good enough.

Are you there, God?
It’s me, Warsan.
Maladaptive daydreaming,
obsessive, dissociative.

Born to a lullaby
lamenting melanin,
newborn ears checked
for the first signs of color.

At first I was afraid, I was petrified.

The child reads surahs each night
to veil her from il
protecting body and home
from intruders.

She wakes with a fright,
someone cutting the rope,
something creeping
deep inside her.

Are you there, God?
It’s me, the ugly one.

Bless the Type 4 child,
scalp massaged with the milk
of cruelty, cranium cursed,
crushed between adult knees,
drenched in pink lotion.

Everything you did to me,
I remember.

Mama, I made it
out of your home
alive, raised by
the voices
in my head.

―Warsan Shire

 

 

γυναίκες που “δύσκολα” τις αγαπούν

είσαι ένα άλογο
που τρέχει μόνο του
κι εκείνος προσπαθεί να σε δαμάσει
λέει πως είσαι μια ανυπόφορη εθνική οδός
σπίτι που καίγεται
λέει ότι τον τυφλώνεις
ότι ποτέ δε θα μπορούσε να σ’ αφήσει
να σε ξεχάσει
να θέλει κάτι άλλο πέρα από εσένα
τον κάνεις να ζαλίζεται
είσαι ανυπόφορη
κάθε γυναίκα πριν ή μετά από εσένα
συγκρίνεται μαζί σου
γεμίζεις το στόμα του
τα δόντια του πονούν με μνήμη γεύσης
το σώμα του μία σκιά που σε αναζητά
μα ήσουν πάντα τόσο ευαίσθητη
τον τρόμαζες τόσο που ήθελες
δίχως αιδώ και έτοιμη για τόσες θυσίες
σου λέει πως ο τέλειος άντρας
που έχεις στο μυαλό σου δεν είναι πουθενά
κι εσύ προσπάθησες να αλλάξεις, έτσι δεν είναι;
να αντιμιλάς λιγότερο
να είσαι πιο ελαστική
πιο όμορφη
λιγότερο ασταθής, λιγότερο σε ετοιμότητα.
όμως ακόμα κι έτσι,
όταν κοιμόσουν τον αισθανόσουν
να απομακρύνεται από εσένα
λοιπόν τι ήθελες να κάνεις, γλυκιά μου
να του ανοίξεις το κεφάλι στα δύο;
δεν μπορείς να φτιάξεις σπίτια από ανθρώπους
κάποιος θα έπρεπε να σου το έχει ήδη πει αυτό
κι αν θέλει να φύγει, ασ’ τον να φύγει.
είσαι τρομακτικά
παράξενη και όμορφη
κάτι που δε γνωρίζουν όλοι πως να αγαπούν

―Γουαρσάν Σάιρ

μετάφραση: Sam Albatros

 

……………………………………………

 

for women who are “difficult” to love

you are a horse running alone
and he tries to tame you
compares you to an impossible highway
to a burning house
says you are blinding him
that he could never leave you
forget you
want anything but you
you dizzy him, you are unbearable
every woman before or after you
is doused in your name
you fill his mouth
his teeth ache with memory of taste
his body just a long shadow seeking yours
but you are always too intense
frightening in the way you want him
unashamed and sacrificial
he tells you that no man can live up to the one who
lives in your head
and you tried to change didn’t you?
closed your mouth more
tried to be softer
prettier
less volatile, less awake
but even when sleeping you could feel
him travelling away from you in his dreams
so what did you want to do, love
split his head open?
you can’t make homes out of human beings
someone should have already told you that
and if he wants to leave
then let him leave
you are terrifying
and strange and beautiful
something not everyone knows how to love.

―Warsan Shire

 

*

 

σπίτι

κανείς δε φεύγει από το σπίτι εκτός
και αν το σπίτι είναι το στόμα καρχαρία
τρέχεις για τα σύνορα μόνο
όταν δεις όλη την πόλη να τρέχει κι αυτή

οι γείτονές σου τρέχουνε πιο γρήγορα από εσένα
η ανάσα τους αιμάτινη μες στο λαιμό
το αγόρι που πηγαίνατε σχολείο
και σε φίλησε μέχρι να ζαλιστείς πίσω από το παλιό εργοστάσιο
κρατάει ένα όπλο μεγαλύτερο απ’ το σώμα του
φεύγεις από το σπίτι μόνο
όταν το σπίτι δε σ’ αφήνει να μείνεις.

κανείς δε φεύγει από το σπίτι εκτός και αν το σπίτι σου σε καταδιώκει
φωτιά κάτω απ’ τα πόδια
αίμα που καίει στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που είχες σκεφτεί να κάνεις
μέχρι που η λεπίδα γέμισε το λαιμό
σου απειλές
και τότε ακόμα βάσταξες τον ύμνο
κάτω από την ανάσα σου
το ότι έσκισες το διαβατήριο στην τουαλέτα του αεροδρομίου
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού
το έκανε ξεκάθαρο πώς δεν μπορούσες να γυρίσεις πίσω.

πρέπει να καταλάβεις,
πως κανείς δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα
εκτός κι αν το νερό είναι πιο ασφαλές από τη γη
κανείς δεν καίει τις παλάμες του
κάτω από τραίνα
από βαγόνια
κανείς δε ζει μέρες και νύχτες στο στομάχι φορτηγών
δεν τρώει εφημερίδες εκτός κι αν όλα αυτά τα μίλια
σημαίνουν κάτι περισσότερο από ένα ταξιδάκι.
κανείς δε σέρνεται κάτω από φράχτες
κανείς δε θέλει να τον σπάσουνε στον ξύλο
να τον λυπούνται

κανείς δε θα επέλεγε καταυλισμούς προσφύγων
σωματικούς ελέγχους που
αφήνουνε το σώμα να πονά
ή φυλακή,
γιατί η φυλακή είναι ασφαλέστερη
από πόλεις που καίγονται
και ένα φύλακας στη φυλακή
τη νύχτα
είναι πολύ καλύτερος από ένα φορτηγό
γεμάτο άντρες που μοιάζουν στον πατέρα σου
κανείς δε θα να το άντεχε
στομάχι κανενός
κανείς δεν είναι τόσο σκληροτράχηλος

όλα εκείνα τα
γυρίστε σπίτια σας αράπηδες
μετανάστες
βρωμοπρόσφυγες
εσείς που θέλετε άσυλο
απομυζάτε τη χώρα μας
οι αράπηδες με χέρια έτοιμα
μυρίζουν περίεργα
αγριάνθρωποι
διαλύσανε τη χώρα τους και τώρα θέλουνε
να διαλύσουν τη δική μας
πως γίνεται οι λέξεις
και τα βλέμματα
απλά να ρέουν απ’ τις πλάτες σας
ίσως γιατί ένα χτύπημα είναι καλύτερο
από το να σου κόβουν ένα άκρο

ίσως επειδή οι λέξεις είναι πιο τρυφερές
από δεκατέσσερις άντρες ανάμεσα
απ’ τα πόδια σου
ίσως επειδή οι προσβολές είναι πιο εύκολες
να καταπιείς
απ’ τα συντρίμμια
απ’ τα κόκκαλα
από το σώμα του παιδιού σου
κομματάκια.
θέλω να πάω σπίτι,
μα το σπίτι είναι το στόμα καρχαρία
σπίτι είναι η κάννη του όπλου
και κανείς δε θα ‘φευγε από το σπίτι
αν το σπίτι δε σε κυνηγούσε μέχρι την ακτή
αν το σπίτι σου δε σου έλεγε
να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις τα ρούχα σου πίσω
να συρθείς στην έρημο
να περπατήσεις σ’ ωκεανούς
να πνιγείς
να σωθείς
να πεινάσεις
να ικετεύσεις
να ξεχάσεις την όποια περηφάνεια
η επιβίωσή σου είναι σημαντικότερη

κανείς δε φεύγει από το σπίτι μέχρι το σπίτι να γίνει μια φωνή στο αυτί σου
που λέει —
φύγε,
φύγε μακριά μου τώρα
δεν ξέρω τι απέγινα
μα ξέρω πως όπου κι αν πας
πιο ασφαλής θα είσαι από εδώ

―Γουαρσάν Σάιρ

μετάφραση: Sam Albatros

 

……………………………………………

 

home

no one leaves home unless
home is the mouth of a shark
you only run for the border
when you see the whole city running as well

your neighbors running faster than you
breath bloody in their throats
the boy you went to school with
who kissed you dizzy behind the old tin factory
is holding a gun bigger than his body
you only leave home
when home won’t let you stay.

no one leaves home unless home chases you
fire under feet
hot blood in your belly
it’s not something you ever thought of doing
until the blade burnt threats into
your neck
and even then you carried the anthem under
your breath
only tearing up your passport in an airport toilet
sobbing as each mouthful of paper
made it clear that you wouldn’t be going back.

you have to understand,
that no one puts their children in a boat
unless the water is safer than the land
no one burns their palms
under trains
beneath carriages
no one spends days and nights in the stomach of a truck
feeding on newspaper unless the miles travelled
means something more than journey.
no one crawls under fences
no one wants to be beaten
pitied

no one chooses refugee camps
or strip searches where your
body is left aching
or prison,
because prison is safer
than a city of fire
and one prison guard
in the night
is better than a truckload
of men who look like your father
no one could take it
no one could stomach it
no one skin would be tough enough

the
go home blacks
refugees
dirty immigrants
asylum seekers
sucking our country dry
niggers with their hands out
they smell strange
savage
messed up their country and now they want
to mess ours up
how do the words
the dirty looks
roll off your backs
maybe because the blow is softer
than a limb torn off

or the words are more tender
than fourteen men between
your legs
or the insults are easier
to swallow
than rubble
than bone
than your child’s body
in pieces.
i want to go home,
but home is the mouth of a shark
home is the barrel of the gun
and no one would leave home
unless home chased you to the shore
unless home told you
to quicken your legs
leave your clothes behind
crawl through the desert
wade through the oceans
drown
save
be hunger
beg
forget pride
your survival is more important

no one leaves home until home is a sweaty voice in your ear
saying —
leave,
run away from me now
i dont know what i’ve become
but i know that anywhere
is safer than here

―Warsan Shire

 

*

 

Πουλιά

Η Sofia έβαλε πάνω της αίμα περιστεριού την πρώτη νύχτα του γάμου
Την επομένη, απ’ το τηλέφωνο, μου είπε
πόσο χαμογελούσε ο άντρας της σαν είδε τα σεντόνια,

ότι τα έβαλε κάτω από τη μύτη του,
τα μάτια κλείνοντας και σέρνοντας τη γλώσσα του πάνω από το λεκέ.
Μιμήθηκε τη μπάσα του φωνή, έτσι όπως ψιθύριζε

το όνομά της – Safiya,
απείραχτη, αγνή, ανέγγιχτη.
Και τα χαχανιτά μας πνίγαν τα παράσιτα του τηλεφώνου.

Αφού την παίνεψε, εκείνη χαμογέλασε, χαϊδεύοντας του το κεφάλι,
φαντάστηκε τη μάνα του στο πατρικό του
να παρελαύνει στην πόλη με αυτά τα σεντόνια-σειρήνες,

να χαιρετάει τα μπαλκόνια, στήθος περήφανα πρησμένο,
τα χέρια της φτερά από σάρκα δεμένα στο σώμα της,
έχοντας άγνοια πτήσης.

―Γουαρσάν Σάιρ

μετάφραση: Sam Albatros

 

……………………………………………

 

Birds

Sofia used pigeon blood on her wedding night.
Next day, over the phone, she told me
how her husband smiled when he saw the sheets,

that he gathered them under his nose,
closed his eyes and dragged his tongue over the stain.
She mimicked his baritone, how he whispered

her name – Sofia,
pure, chaste, untouched.
We giggled over the static.

After he had praised her, she smiled, rubbed his head,
imagined his mother back home, parading
these siren sheets through the town,

waving at balconies, torso swollen with pride,
her arms fleshy wings bound to her body,
ignorant of flight.

―Warsan Shire