Alex Dimitrov

Ακούστε το ποίημα



Δεν θα υπάρξει ποτέ πιο πολύ καλοκαίρι
απ’ ότι τώρα. Διαβαίνοντας μόνος την
Γιούνιον Σκουέρ, κρατώ λουλούδια
και ροζέ κρασί για ένα πάρτι που με περιμένουν.
Είναι Κυριακή και το μετρό χωρίς καθυστερήσεις
μα σήμερα ο θάνατος φαντάζει τόσο μακριά, που
είναι αδύνατον να πας υπόγεια. Θα ήθελα να πω
κάτι σε όποιον βλέπω (μια πόλη ολόκληρη)
όμως δεν ξέρω ακόμα τι.
Κάθε φορά που βγαίνω από το διαμέρισμα
πάντα υπάρχει κάποιος που κλαίει
που διαβάζει, ή φωνάζει κάτι σε κάποιον
όπου κι αν βρίσκομαι.
Μπορείς να είσαι ευτυχισμένος μόνος,
λέω δυνατά και σε κανέναν
έτσι που γίνεται ξεκάθαρο, και τώρα εδώ
στη μέση του ποιήματος αυτού.
Ποτέ δεν μ’ έχουνε μαγέψει πιο πολύ
παρά εδώ στην Ένατη Οδό, βλέποντας κάποια
να σταματά καταμεσής του δρόμου
για να μαζέψει τα μαλλιά της σαν να ‘τανε
επείγον περισταστικό—και είναι.
Οι άνθρωποι γνωρίζουνε πως είναι ζωντανοί.
Απλά δεν ξέρουν τι να κάνουν με τους εαυτούς τους.
Θέλω σχεδόν να της προτείνω να με συνοδεύσει
μα απομακρυνθήκαμε και ναι θα ήτανε τρελό
όπως να προσπαθείς να είσαι ποιητής ή οποιοσδήποτε εδώ.
Πώς γίνεται να σου αρέσει ακόμα η Νέα Υόρκη,
λέει ο φίλος μου που έφυγε στην Καλιφόρνια.
Είναι απαίσια τόσο το καλοκαίρι όσο και τον χειμώνα,
η άνοιξη και το φθινόπωρο διαρκούν μόνο δύο μήνες.
Είναι αλήθεια. Όλα αυτά είναι αλήθεια
όπως και η προτίμηση που είχα
μέχρι πρόσφατα για δύσκολα αγόρια
γιατί επιτέλους, για ένα καλοκαίρι
η μόνη δυσκολία που διατίθεμαι να φανταστώ
είναι να περπατώ μια μέρα σαν κι αυτή γεμάτη υγρασία
με χέρια γεμάτα, καθόλου ήρεμα
κι ωστόσο τόσο πιθανά κι αληθινά.

―Άλεξ Ντιμίτροβ





There will never be more of summer
than there is now. Walking alone
through Union Square I am carrying flowers
and the first rosé to a party where I’m expected.
It’s Sunday and the trains run on time
but today death feels so far, it’s impossible
to go underground. I would like to say
something to everyone I see (an entire
city) but I’m unsure what it is yet.
Each time I leave my apartment
there’s at least one person crying,
reading, or shouting after a stranger
anywhere along my commute.
It’s possible to be happy alone,
I say out loud and to no one
so it’s obvious, and now here
in the middle of this poem.
Rarely have I felt more charmed
than on Ninth Street, watching a woman
stop in the middle of the sidewalk
to pull up her hair like it’s
an emergency—and it is.
People do know they’re alive.
They hardly know what to do with themselves.
I almost want to invite her with me
but I’ve passed and yes it’d be crazy
like trying to be a poet, trying to be anyone here.
How do you continue to love New York,
my friend who left for California asks me.
It’s awful in the summer and winter,
and spring and fall last maybe two weeks.
This is true. It’s all true, of course,
like my preference for difficult men
which I had until recently
because at last, for one summer
the only difficulty I’m willing to imagine
is walking through this first humid day
with my hands full, not at all peaceful
but entirely possible and real.

―Alex Dimitrov