Richard Siken

Παραθαλάσσιος αυτοσχεδιασμός

Βγάζω τα χέρια μου και σου τα δίνω μα δεν
τα θες, έτσι τα παίρνω πίσω
και τα φοράω λάθος, οι λάθος καρποί. Η αυλή σκοτεινή,
οι ντομάτες δίπλα απ’ τον άσπρο τοίχο,
το βιβλίο για την Ισπανία στο τραπέζι,
τα παράθυρα ζωγραφισμένα κλειστά.
Απόψε σκέφτεσαι πόλεις κάτω από άνθη
άγρια και σε κοιτώ σαν να κοιτάζω ένα παράθυρο,
μετρώντας τα πουλιά.
Δεν σε κατηγορώ που ήθελες να είσαι ευτυχισμένος,
και ίσως ν’ ακούγεται χαζό το στόμα που μιλάει για χαρά
μα όμως πες μου
ότι όντως είναι αυτό που ήθελες, πες μου ότι δεν είσαι δυστυχής.
Κάνεις τους υπολογισμούς, γνωρίζεις ήδη πιθανά προβλήματα.
Η πόλη δίπλα από τη θάλασσα. Ο φράχτης o ηλεκτρικός.
Ζωγράφισε έναν κύκλο με μια κιμωλία. Φαντάσου ότι στέκεσαι σε έναν
κώνο από φως. Φαντάσου ότι παραδίνεσαι, πως είσαι άχρηστος.
Ένα χαλίκι στη διαδρομή σημαίνει πως το τσάι αργεί ακόμα,
ένα χαλίκι στο χέρι σημαίνει ότι κάποιος θύμωσε και το χαλίκι εντός σου
δεν έφτασε στον πάτο ακόμα.

―Ρίτσαντ Σάικεν




Seaside Improvisation

I take off my hands and I give them to you but you don’t
want them, so I take them back
and put them on the wrong way, the wrong wrists. The yard is dark,
the tomatoes are next to the whitewashed wall,
the book on the table is about Spain,
the windows are painted shut.
Tonight you’re thinking of cities under crowns
of snow and I stare at you like I’m looking through a window,
counting birds.
You wanted happiness, I can’t blame you for that,
and maybe a mouth sounds idiotic when it blathers on about joy
but tell me
you love this, tell me you’re not miserable.
You do the math, you expect the trouble.
The seaside town. The electric fence.
Draw a circle with a piece of chalk. Imagine standing in a constant cone
of light. Imagine surrender. Imagine being useless.
A stone on the path means the tea’s not ready,
a stone in the hand means somebody’s angry, the stone inside you still
hasn’t hit bottom.

―Richard Siken