Richard Siken

Είσαι ο Jeff (επιλογή)

21
Κράτα τη φωνή σου. Κράτη την ανάσα σου. Μην κάνεις θόρυβο, μη φύγεις μέχρι να γυρίσω απ’ τους νεκρούς για ‘σένα. Θα επιστρέψω απ’ τους νεκρούς για ‘σένα. Αυτό θα μπορούσε να είναι πόλη. Αυτό θα μπορούσε να είναι νεκροταφείο. Αυτό θα μπορούσε να είναι το καλάθι ενός μεγάλου μπαλονιού. Άσε τα φώτα ανοιχτά. Άσε ένα ίχνος από γράμματα όπως εκείνους τους κόμπους ψωμιού που ονειρευόμασταν. Βλέπαμε όνειρα με αυτούς. Κάποτε κάναμε τόσα πολλά. Βάλε το χέρι σου στο πόμολο, το στόμα σου στο χέρι, σήκωσε το ψωμί και καταβρόχθισέ το. Είμαι ξανά στο διάδρομο, είμαι ξανά στο διάδρομο. Το ραδιόφωνο παίζει το αγαπημένο μου τραγούδι. Άσε τα φώτα ανοιχτά. Μη σταματάς να μιλάς. Θα συνεχίσω να προχωράω προς τα εκεί που βγαίνει η φωνή σου.

22
Κάποιος έκανε πάρτι όσο κοιμόσουν μα δεν κοιμόσουνα στ’ αλήθεια, ήσουνα άρρωστος, και τμήματά σου καίγονταν, και δεν μπορούσες να κουνηθείς. Ίσως το πάρτυ να ‘τανε προς τιμήν σου. Αδύνατο να θυμηθείς. Ίσως χτυπούσε το τηλέφωνο στο όνειρό σου μα δεν υπάρχει τρόπος να τ’ αποδείξεις. Στο νεροχύτη ένα πιάτο ίσως δικό σου, κάτω στο πάτωμα ρούχα ίσως κάποιου άλλου. Πότε ήταν η τελευταία φορά που έπιασες τον εαυτό σου να κοιτάει απ’ το παράθυρο. Επ! Τι όμορφο παράθυρο! Τι ωραία θέα! Αυτά τα δέντρα σε γραμμές, κι ο τρόπος που τα αστέρια στριφογυρίζουν έτσι από πάνω τους, στριφογυρίζουν έτσι στον αέρα, σα γαλλικά κλειδιά.

23
Ας πούμε πως ο Θεός είναι ο χώρος μεταξύ δύο αντρών κι ο Διάβολος είναι ο χώρος μεταξύ δύο αντρών. Εδώ: θα είμαι όλοι τους-o Jeff κι ο Jeff κι ο Jeff κι ο Jeff στέκονται στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, τέσσερις μοτοσυκλέτες τρακαρισμένες, δυο γαλλικά κλειδιά να περιστρέφονται στον κανονικό αέρα. Δύο από αυτούς τους Jeff είναι παράθυρα, και δύο από αυτούς τους Jeff είναι πόρτες και δύο από τους Jeff προσπαθούν να σου πουν κάτι. Έλα πιο κοντά. Θα σου το ψιθυρίσουμε στ’ αυτί. Είναι σα να βλέπεις στο πρόσωπό μου μια σούπα σε μπολ, πατατόσουπα, τα μάτια λάμπουν σαν κουτάλια. Αν θέλαμε να σου πούμε τα πάντα, θα αφήναμε περισσότερες πατημασιές στο χιόνι ή θα σε φιλούσαμε με περισσότερο πάθος. Και κάτι ακόμα. Έλα πιο κοντά. Άκου …

24

Είσαι στο αυτοκίνητο μ’ ένα ωραίο αγόρι, που δε σου λέει πως σ’ αγαπά, όμως σε αγαπάει. Κι αισθάνεσαι πως έχεις κάνει κάτι αποτρόπαιο, σα να ‘χεις ληστέψει κάβα, ή καταπιεί χάπια, ή να ‘χεις φτιάξει για ‘σένα έναν τάφο στη λάσπη και κουράστηκες. Είσαι στο αυτοκίνητο μ’ ένα ωραίο αγόρι και προσπαθείς να μην του πεις ότι το αγαπάς, και προσπαθείς να πνίξεις συναισθήματα, και όλο τρέμεις, κι όμως σε πλησιάζει και σε αγγίζει, σαν προσευχή για την οποία δεν υπάρχουν λέξεις, και αισθάνεσαι την καρδιά σου να ριζώνει στο σώμα σου, σαν μόλις ν’ ανακάλυψες κάτι το οποίο δεν μπορείς να ονομάσεις.

―Ρίτσαντ Σάικεν

 

……………………………………………

 

You are Jeff

21
Hold onto your voice. Hold onto your breath. Don’t make a noise,
don’t leave the room until I come back from the dead for you. I will
come back from the dead for you. This could be a city. This could be a
graveyard. This could be the basket of a big balloon. Leave the lights
on. Leave a trail of letters like those little knots of bread we used to
dream about. We used to dream about them. We used to do a lot of
things. Put your hand to the knob, your mouth to the hand, pick up the
bread and devour it. I’m in the hallway again, I’m in the hallway. The
radio’s playing my favorite song. Leave the lights on. Keep talking. I’ll
keep walking toward the sound of your voice.

22
Someone had a party while you were sleeping but you weren’t really
sleeping, you were sick, and parts of you were burning, and you
couldn’t move. Perhaps the party was in your honor. You can’t remem-
ber. It seems the phone was ringing in the dream you were having but
there’s no proof. A dish in the sink that might be yours, some clothes on
the floor that might belong to someone else. When was the last time you
found yourself looking out of this window. Hey! This is a beautiful
window! This is a beautiful view! 1 hose trees lined up like that, and the
way the stars are spinning over them like that, spinning in the air like
that, like wrenches.

23
Let’s say that God is the space between two men and the Devil is the
space between two men. Here: I’ll be all of them-Jeff and Jeff and Jeff
and Jeff are standing on the shoulder of the highway, four motorbikes
knocked over, two wrenches spinning in the ordinary air. Two of these
Jeffs are windows, and two of these Jeffs are doors, and all of these Jeffs
are trying to tell you something. Come closer. We’ll whisper it in your
ear. It’s like seeing your face in a bowl of soup, cream of potato, and the
eyes shining back like spoons. If we wanted to tell you everything, we
would leave more footprints in the snow or kiss you harder. One thing.
Come closer. Listen . . .

24
You’re in a car with a beautiful boy, and he won’t tell you that he loves
you, but he loves you. And you feel like you’ve done something terr-
ible, like robbed a liquor store, or swallowed pills, or shoveled yourself
a grave in the dirt, and you’re tired. You’re in a car with a beautiful boy,
and you’re trying not to tell him that you love him, and you’re trying to
choke down the feeling, and you’re trembling, but he reaches over and
he touches you, like a prayer for which no words exist, and you feel your
heart taking root in your body, like you’ve discovered something you
don’t even have a name for.

―Richard Siken

 

*

 

Σεχραζάντ

Πες μου για εκείνο το όνειρο όπου βγάζουμε σώματα από τη λίμνη
και τους ντύνουμε με ζεστά ρούχα και πάλι.
Πόσο ήταν αργά, αδύνατον να κοιμηθεί κανείς, τα άλογα τρέχουν
ώσπου ξεχνούν πως είναι άλογα.
Δεν είναι σαν δέντρο όπου οι ρίζες πρέπει να καταλήξουν κάπου,
μα περισσότερο τραγούδι σε ραδιόφωνο αστυνόμου,
πώς μαζέψαμε τη μοκέτα για να μπορέσουμε να χορέψουμε, και οι μέρες
σε ανοιχτό κόκκινο, και κάθε φορά που φιλιόμασταν υπήρχε ένα ακόμα μήλο
για να κοπεί κομματάκια.
Κοίτα το φως απ’ το παράθυρο. Σημαίνει μεσημέριασε, σημαίνει
πως είμαστε απαρηγόρητοι.
Πες μου πως όλα αυτά, και η αγάπη επίσης, θα μας διαλύσει.
Όλα αυτά, τα σώματά μας, κυριευμένα από φως.
Πες μου ότι ποτέ δεν θα το συνηθίσουμε.

―Ρίτσαντ Σάικεν

 

……………………………………………

 

Scheherazade

Tell me about the dream where we pull the bodies out of the lake
and dress them in warm clothes again.
How it was late, and no one could sleep, the horses running
until they forget that they are horses.
It’s not like a tree where the roots have to end somewhere,
it’s more like a song on a policeman’s radio,
how we rolled up the carpet so we could dance, and the days
were bright red, and every time we kissed there was another apple
to slice into pieces.
Look at the light through the windowpane. That means it’s noon, that means
we’re inconsolable.
Tell me how all this, and love too, will ruin us.
These, our bodies, possessed by light.
Tell me we’ll never get used to it.

―Richard Siken

 

*

 

Παραθαλάσσιος αυτοσχεδιασμός

Βγάζω τα χέρια μου και σου τα δίνω μα δεν
τα θες, έτσι τα παίρνω πίσω
και τα φοράω λάθος, οι λάθος καρποί. Η αυλή σκοτεινή,
οι ντομάτες δίπλα απ’ τον άσπρο τοίχο,
το βιβλίο για την Ισπανία στο τραπέζι,
τα παράθυρα ζωγραφισμένα κλειστά.
Απόψε σκέφτεσαι πόλεις κάτω από άνθη
άγρια και σε κοιτώ σαν να κοιτάζω ένα παράθυρο,
μετρώντας τα πουλιά.
Δεν σε κατηγορώ που ήθελες να είσαι ευτυχισμένος,
και ίσως ν’ ακούγεται χαζό το στόμα που μιλάει για χαρά
μα όμως πες μου
ότι όντως είναι αυτό που ήθελες, πες μου ότι δεν είσαι δυστυχής.
Κάνεις τους υπολογισμούς, γνωρίζεις ήδη πιθανά προβλήματα.
Η πόλη δίπλα από τη θάλασσα. Ο φράχτης o ηλεκτρικός.
Ζωγράφισε έναν κύκλο με μια κιμωλία. Φαντάσου ότι στέκεσαι σε έναν
κώνο από φως. Φαντάσου ότι παραδίνεσαι, πως είσαι άχρηστος.
Ένα χαλίκι στη διαδρομή σημαίνει πως το τσάι αργεί ακόμα,
ένα χαλίκι στο χέρι σημαίνει ότι κάποιος θύμωσε και το χαλίκι εντός σου
δεν έφτασε στον πάτο ακόμα.

―Ρίτσαντ Σάικεν

 

……………………………………………

 

Seaside Improvisation

I take off my hands and I give them to you but you don’t
want them, so I take them back
and put them on the wrong way, the wrong wrists. The yard is dark,
the tomatoes are next to the whitewashed wall,
the book on the table is about Spain,
the windows are painted shut.
Tonight you’re thinking of cities under crowns
of snow and I stare at you like I’m looking through a window,
counting birds.
You wanted happiness, I can’t blame you for that,
and maybe a mouth sounds idiotic when it blathers on about joy
but tell me
you love this, tell me you’re not miserable.
You do the math, you expect the trouble.
The seaside town. The electric fence.
Draw a circle with a piece of chalk. Imagine standing in a constant cone
of light. Imagine surrender. Imagine being useless.
A stone on the path means the tea’s not ready,
a stone in the hand means somebody’s angry, the stone inside you still
hasn’t hit bottom.

―Richard Siken