TC Tolbert

Αγαπητή Μελίσσα:

Μακάρι να μην (κάποτε είπε η μάνα μου—μητέρα του παιδιού
που ήμουν—παρότι το νερό είναι εξαντλημένο απ’ το νερό—κι οι προσευχές μονάχα
που μ’ έφτιαξε—ποια χέρια γίνεσαι όταν αγγίζεις—ποια ξάπλωσε πάνω στο σώμα ποιας—το πρόσωπο ποιανής, ποιανής οι ώμοι

θ’ άξιζε να τρέμουνε—όσα δε θα ακούσω όταν γυρνώ να σε κοιτάξω—που δεν είναι μάνα κόρης—που δεν είναι μάνα άντρα—σωστά φοβόμαστε τα σώματά μας
ο άνεμος
μετακινείται μέσα από ότι μένει όρθιο, μετακινεί ακόμα κι ότι έχει υπάρξει) είχες

(θαφτεί τόσο βαθιά στο έδαφος για να σε πούνε ρίζες—πότε αυτός ο κόσμος θα είναι εκεί που σταματάς—ό,τι εντός σου διαρρήχθηκε ήταν σπασμένο από την επαφή—πρόσωπο που φορά το πρόσωπο που βλέπει—ό,τι είναι ζωντανό είναι αγνώριστο—αν είναι αναγκαίο—ποια είναι η μάνα μου,

μάνα—καμιά—κάποια που δεν πέθανε
καθώς μεταμορφώνονταν σε κάτι άλλο—λυπάμαι που δεν έχεις) γεννηθεί ποτέ.

―ΤιΣι Τόλμπερτ



Dear Melissa:

I wish you (my mother once told me—mother of my child-
hood—even though water is water-weary—what is prayer if not
who has made me—what hands you become when you touch—
who laid down on whose body—whose face and whose shoulders

worth shaking—what will I not hear when I look back
at you—who is not the mother of a daughter—who is not
the mother of a man—we are right to be afraid of our bodies—
is carried by what is upright and still moves what has) had

(been buried deep enough in the ground to be called roots—
when will this be the world where you stop—whatever broke
into you was torn by the contact—a face wears a face it can see—
what is alive is unrecognizable—need it be—who is my mother,

mother—no one—who hasn’t killed herself by
growing into someone—I’m sorry you have) never been born.

―TC Tolbert