W. H. Auden

Refugee Blues

Πες ότι αυτή η πόλη έχει 10 εκατομμύρια ψυχές,
Κάποιοι ζούνε σε παλάτια, κάποιοι ζουν στους δρόμους:
Κι όμως δεν υπάρχει μέρος για εμάς, αγαπητέ, δεν υπάρχει μέρος.

Κάποτε είχαμε μια χώρα όπου ανήκαμε,
Κοίτα εκεί στο χάρτη θα τη βρεις:
Μα δεν μπορούμε πια να πάμε εκεί, αγαπητέ, δεν μπορούμε.

Στην αυλή της εκκλησίας του χωριού ένας γέρος ίταμος,
Κάθε άνοιξη ανθίζει πάλι:
Δε συμβαίνει αυτό σε παλιά διαβατήρια, αγαπητέ, δε συμβαίνει.

Ο πρόξενος χτύπησε το τραπέζι κι είπε,
«Αν δεν έχετε διαβατήριο, είστε επίσημα νεκροί»:
Μα είμαστε ακόμα ζωντανοί, αγαπητέ, ακόμα ζωντανοί.

Πήγα σε μια επιτροπή· μου πρόσφεραν ακρόαση·
Μου ζήτησαν ευγενικά του χρόνου να γυρίσω:
Μα πού θα πάμε σήμερα, αγαπητέ, πού θα πάμε;

Πήγα σε μια δημόσια συζήτηση· ο ομιλητής σηκώθηκε και είπε:
«Αν τους αφήσουμε να έρθουνε, θα φάνε το ψωμί μας»·
Για μένα και για σένα μιλούσε αγαπητέ, για μένα και για σένα.

Νόμιζα πως άκουσα έναν κεραυνό να αντηχεί στον ουρανό·
Ήταν ο Χίτλερ που έλεγε στην Ευρώπη: «Πρέπει να πεθάνουν»·
Εμάς είχε στο μυαλό του αγαπητέ, εμάς.

Είδα ένα σκύλο με ζακέτα,
Είδα μια πόρτα να ανοίγει για να μπει μια γάτα:
Όμως δεν ήτανε εβραία πλάσματα, αγαπητέ, δεν ήτανε.

Πήγα στο λιμάνι και στάθηκα στην αποβάθρα,
Είδα τα ψάρια να κολυμπούν σα να ‘ναι ελεύθερα:
Μόλις λίγα μέτρα μακριά, αγαπητέ, μόλις λίγα μέτρα.

Περπάτησα στο δάσος, είδα τα πουλιά στα δέντρα·
Δεν είχανε πολιτικούς και τραγουδούσαν άνετα:
Δεν ανήκουν στο ανθρώπινο είδος αγαπητέ, δεν ανήκουν.

Ονειρεύτηκα ένα κτήριο με χίλιους ορόφους,
Χίλια παράθυρα και χίλιες πόρτες·
Όμως κανένα από αυτά μας δικό μας, αγαπητέ, κανένα από αυτά.

Στάθηκα σε μια πεδιάδα καθώς το χιόνι έπεφτε·
10 χιλιάδες στρατιώτες προχωρούσανε
Εσένα και εμένα ψάχνανε αγαπητέ, εσένα και εμένα.

―W. H. Auden

μετάφραση: Sam Albatros




Refugee Blues

Say this city has ten million souls,
Some are living in mansions, some are living in holes:
Yet there’s no place for us, my dear, yet there’s no place for us.

Once we had a country and we thought it fair,
Look in the atlas and you’ll find it there:
We cannot go there now, my dear, we cannot go there now.

In the village churchyard there grows an old yew,
Every spring it blossoms anew;
Old passports can’t do that, my dear, old passports can’t do that.

The consul banged the table and said:
‘If you’ve got no passport, you’re officially dead’;
But we are still alive, my dear, but we are still alive.

Went to a committee; they offered me a chair;
Asked me politely to return next year:
But where shall we go today, my dear, but where shall we go today?

Came to a public meeting; the speaker got up and said:
‘If we let them in, they will steal our daily bread’;
He was talking of you and me, my dear, he was talking of you and me.

Thought I heard the thunder rumbling in the sky;
It was Hitler over Europe, saying: ‘They must die’;
We were in his mind, my dear, we were in his mind.

Saw a poodle in a jacket fastened with a pin,
Saw a door opened and a cat let in:
But they weren’t German Jews, my dear, but they weren’t German Jews.

Went down the harbour and stood upon the quay,
Saw the fish swimming as if they were free:
Only ten feet away, my dear, only ten feet away.

Walked through a wood, saw the birds in the trees;
They had no politicians and sang at their ease:
They weren’t the human race, my dear, they weren’t the human race.

Dreamed I saw a building with a thousand floors,
A thousand windows and a thousand doors;
Not one of them was ours, my dear, not one of them was ours.

Stood on a great plain in the falling snow;
Ten thousand soldiers marched to and fro:
Looking for you and me, my dear, looking for you and me.

―W. H. Auden